Προσωπικά εργαλεία

Γενικά Στοιχεία

Αναλυτική περιγραφή δραστηριοτήτων / Μεθοδολογία / Τρόπος υλοποίησης και ολοκλήρωσης των Οριζόντιων Δραστηριοτήτων

Σε μια περίοδο όπου οι περιφερειακές ανισότητες τείνουν να αυξάνονται τόσο στην Ελλάδα[1], όσο και στα άλλα Κράτη Μέλη της ΕΕ[2], η προσοχή του δημόσιου διάλογου αλλά και ο σχεδιασμός των πολιτικών στρέφεται στην αναζήτηση πιο αποτελεσματικών  μέσων άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής  στο τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Η αδυναμία των συμβατικών μέσων άσκησης περιφερειακής πολιτικής να οδηγήσουν σε πραγματική σύγκλιση μια σειρά από περιφέρειες της ΕΕ, παρά τις προσπάθειες δύο δεκαετιών και τους σημαντικούς πόρους που έχουν διατεθεί σε αυτές, θέτει νέες προκλήσεις στον αναπτυξιακό σχεδιασμό σε όλα τα επίπεδα[3]. Οι προκλήσεις αυτές αφορούν άμεσα και ιδιαίτερα την Ελλάδα, η οποία διαθέτει σημαντικό αριθμό περιφερειών με σημαντικές διαρθρωτικές δυσκολίες οι οποίες δεν έχουν κάνει ουσιαστικά βήματα σύγκλισης[4].

Οι προκλήσεις αυτές αντανακλώνται στον σχεδιασμό των πολιτικών και παρεμβάσεων του Δ’ ΚΠΣ. Τόσο τα προκαταρκτικά κείμενα σχεδιασμού[5] όσο και το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης 2007-13 και τα Περιφερειακά και Τομεακά Επιχειρησιακά Σχέδια τα οποία αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός του 2006, θέτουν μια σειρά από στόχους οι οποίοι ανταποκρίνονται στο νέο διεθνές οικονομικό και τεχνολογικό περιβάλλον και αναζητούν ένα νέο πλαίσιο παρεμβάσεων και μια νέα σύνθεση πολιτικών.

Ο κεντρικός άξονας της νέας Αναπτυξιακής Στρατηγικής είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στο εθνικό και στο περιφερειακό επίπεδο, ενώ οι επιμέρους στόχοι περιλαμβάνουν την ενίσχυση της έρευνας, της ανάπτυξης και της παραγωγής καινοτομίας, και την ενθάρρυνση της ενεργότερης συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα σ΄ αυτές.

Σε αυτά τα πλαίσια, τίθεται το εξής ερώτημα: Πως προσδιορίζεται η Περιφερειακή Στρατηγική για την Καινοτομία, τι στόχους θέτει και με τι μέσα και μηχανισμούς επιδιώκει να τους πετύχει; Στην ερώτηση αυτή, η κάθε Περιφέρεια θα δώσει τη δική της απάντηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις εμπειρίες της, την παραγωγική της διάρθρωση, την ερευνητική της υποδομή, το ανθρώπινο κεφάλαιο και τον δυναμισμό του ιδιωτικού τομέα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η απάντηση αυτή θα πρέπει να είναι συμβατή τόσο με την εθνική, όσο και με την περιφερειακή αναπτυξιακή στρατηγική.

Στρατηγική Περιφερειακής Ανάπτυξης και Περιφερειακή Στρατηγική για την Καινοτομία στην Θεσσαλία

Η Θεσσαλία είναι η τέταρτη σε μέγεθος περιφέρεια της χώρας, αλλά διαθέτει ένα επίπεδο ανάπτυξης το οποίο βρίσκεται κάτω από τον εθνικό και αρκετά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την τελευταία περίοδο οι ρυθμοί ανάπτυξής της δεν οδηγούν σε σύγκλιση με τον εθνικό μέσο όρο.

Παρόλα αυτά, η Θεσσαλία διαθέτει αξιόλογους αναπτυξιακούς πόρους, κεντροβαρική θέση ως προς τον Ελληνικό χώρο και θετική πληθυσμιακή δυναμική. Διαθέτει επίσης σημαντικά αστικά κέντρα, ανεπτυγμένη και μεγάλη βιομηχανία και βιομηχανικές υποδομές  στο ανατολικό κυρίως τμήμα της. Σημαντικό τμήμα της βιομηχανίας της εξειδικεύεται στην επεξεργασία αγροτικών πρώτων υλών και στην παραγωγή τροφίμων και ποτών. Επιπλέον, η περιφέρεια διαθέτει σημαντική ερευνητική υποδομή, η οποία απαρτίζεται από ένα Πανεπιστήμιο, ένα ΤΕΙ και ένα αριθμό από Ερευνητικά Ινστιτούτα και Κέντρα. 

Ταυτόχρονα όμως, η Θεσσαλία αντιμετωπίζει έντονα διαρθρωτικά προβλήματα στη γεωργία και στην μεταποίηση και προβλήματα στη ανάπτυξη και λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες υποφέρουν από έντονο προσανατολισμό στην τοπική αγορά, χαμηλό επίπεδο καινοτομίας, χαμηλό επίπεδο επενδύσεων σε τομείς έντασης γνώσης, ελλιπείς υπερτοπικές συνεργασίες και περιορισμένη εξωστρέφεια.

Η περιφέρεια αντιμετωπίζει έντονα διαρθρωτικά προβλήματα στη γεωργία τόσο των ορεινών και νησιώτικων περιοχών, όπου κυριαρχεί ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και η εξάρτηση από πολύ μικρό αριθμό παραγόμενων προϊόντων, όσο και των πεδινών περιοχών, όπου επικρατεί η μονοκαλλιέργεια βιομηχανικών αγροτικών προϊόντων  και η μεγάλη εξάρτηση από τις Κοινοτικές ενισχύσεις.

Σε αυτά τα πλαίσια, και με βάση τα δεδομένα της παραγωγικής της βάσης, του ανθρώπινου δυναμικού και της τεχνολογικής της υποδομής, η Θεσαλλία θα πρέπει να επιλέξει μια στρατηγική για την καινοτομία η οποία να αξιοποιεί τα υφιστάμενα πλεονεκτήματα της περιφέρειας, να αντιμετωπίζει τα διαρθρωτικά της προβλήματα και να είναι συμβατή με τους αναπτυξιακούς στόχους τους οποίους θέτει ο περιφερειακός προγραμματισμός για το Δ’ ΚΠΣ[6] και τα αναπτυξιακά σχέδια των επιμέρους Νομών[7] [8] και μεγάλων πόλεων.

Ο βασικός στόχος της Περιφέρειας Θεσσαλίας για την περίοδο 2007-2013 προσδιορίζεται από το Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης και είναι η ανάδειξη της σε Δυναμικό Περιφερειακό Πόλο της Ελλάδος με διακριτή ποιοτική και τεχνολογικά καινοτόμο μεταποιητική, αγροδιατροφική, οικοτουριστική και πολιτιστική ταυτότητα στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς.

Ο στόχος αυτός, που αποτελεί τον οδοδείκτη του συνολικού περιφερειακού στρατηγικού σχεδιασμού, προέκυψε μέσα από μια σύνθετη και επίπονη διαδικασία επιστημονικής έρευνας, διοικητικής υποστήριξης και τεκμηρίωσης και έντονης κοινωνικής και τεχνοκρατικής διαβούλευσης[9].

Ο στόχος αυτός είναι πολυδιάστατος, δεδομένου ότι συμπυκνώνει μια σειρά από ειδικούς στόχους, οι οποίοι είναι συμβατοί με τη φιλοσοφία της πολιτικής συνοχής της ΕΕ, με τους στρατηγικούς στόχους της Λισαβόνας και του Γκέτεμποργκ, καθώς και με τις βασικές εθνικές αναπτυξιακές επιλογές. Ειδικότερα, η Περιφέρεια Θεσσαλίας επιθυμεί να αξιοποιήσει την κεντροβαρή της θέση, μιας και βρίσκεται στο μέσον του βασικού αναπτυξιακού άξονα της χώρας και να καταστεί ένας δυναμικός περιφερειακός αναπτυξιακός πόλος με διαπεριφερειακές και διεθνείς συνδέσεις και ελκυστικότητα στην προσέλκυση νέων δραστηριοτήτων.

Η κεντρική αναπτυξιακή επιλογή της Περιφέρειας κινείται έξω από λογικές δορυφορικής ανάπτυξης σε σχέση με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, επιλέγει και στηρίζεται σε μια σύγχρονη εκδοχή της ενδογενούς ανάπτυξης, η οποία δρα τοπικά και σκέφτεται παγκόσμια, έχοντας πλήρη κατανόηση της λειτουργίας των παγκοσμιοποιημένων αγορών και πλήρη συνείδηση των περιορισμών της τοπικής κλίμακας.

Προκειμένου η Περιφέρεια να καταστεί ένα δυναμικός περιφερειακός πόλος, θα επιδιώξει τη δημιουργία και ανάδειξη μιας διακριτής περιφερειακής ταυτότητας με έμφαση στην ποιότητα και την καινοτομία. Η ποιότητα και η καινοτομία οφείλουν να διαχέονται σε όλους τους τομείς παραγωγής αλλά και συλλογικής δράσης.

Επιπλέον, η Περιφέρεια γνωρίζει τα αναπτυξιακά όρια της, καθώς και την ανάγκη για εξειδίκευση του παραγωγικού της συστήματος. Έτσι, ενσωματώνει στην κύρια αναπτυξιακή επιλογή της εκείνους τους κλάδους παραγωγής τους οποίους μπορεί και θέλει να αναδείξει ακόμη περισσότερο, ώστε να της προσδώσουν την αναφερθείσα διακριτή ταυτότητα. Για παράδειγμα, το περιφερειακό σύστημα μεταποίησης θα πρέπει να στηρίζεται στη σύγχρονη τεχνολογία και τεχνογνωσία και να είναι σε θέση να καινοτομεί, δηλαδή να παράγει νέα προϊόντα, να εφαρμόζει αποδοτικότερες μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης, να ανακαλύπτει ή να δημιουργεί νέες αγορές. Η παραγωγή ποιοτικών, καινοτόμων και πιστοποιημένων τροφίμων με ταυτότητα είναι μια επιλογή που απορρέει από τα βασικά χαρακτηριστικά της Περιφέρειας, από τις πραγματικές και θεσμικές πλέον πίεσης για αναδιάρθρωση της γεωργίας και της αγροτικής βιομηχανίας και την ανάγκη για εξεύρεση βιώσιμης εναλλακτικής λύσης στο σύγχρονο αγροτικό ζήτημα.

Τέλος, ο κεντρικός στόχος της Περιφέρειας αναγνωρίζει τις ευκαιρίες και προκλήσεις που προσφέρει το νέο Ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον και τις συνεπαγωγές που έχει αυτό σε μια περιφερειακή οικονομία, η οποία πλέον αποτελεί τόπο ενός παγκόσμιου οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Συνεπώς, η απόκτηση μιας διακριτής ταυτότητας στοχεύει στην αύξηση των πλεονεκτημάτων και στη μείωση των μειονεκτημάτων που συνεπάγεται η διεθνοποίηση της οικονομίας και, ειδικότερα, ο έντονος εμπορικός και επενδυτικός ανταγωνισμός καθώς και η διεθνοποίηση της παραγωγής σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η ανάγκη για συνεχή βελτίωση της διεθνούς περιφερειακής ανταγωνιστικότητας της Θεσσαλίας επιτυγχάνεται μέσα από τις ενέργειες και δράσεις για απόκτηση της διακριτής περιφερειακής ταυτότητας, και έτσι αναδεικνύεται ο λειτουργικός ρόλος της ταυτότητας αυτής, δηλαδή η συμβολή της στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλίας.

Ο  κεντρικός στόχος της αναπτυξιακής πολιτικής αναλύεται στο Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης σε επιμέρους στόχους,  όπως:

  • Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των Θεσσαλικών τοπικών προϊόντων και υπηρεσιών και ειδικότερα ποιοτικών προϊόντων πιστοποιημένης ποιότητας
  • Η προώθηση της εξωστρέφειας του Θεσσαλικού παραγωγικού συστήματος
  • Υποδομές και δράσεις υποστήριξης της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας
  • Δημιουργία ή /και βελτίωση υποδομών και δικτύων τοπικού και υπερτοπικού χαρακτήρα
  • Προστασία, βελτίωση και βιώσιμη αξιοποίηση του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, σύνδεση μεταξύ περιβάλλοντος και οικονομίας
  • Βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού, σύνδεση με πολιτισμό και φυσικό περιβάλλον
  • Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού και βελτίωση συνθηκών απασχόλησης
  • Βελτίωση λειτουργίας δημόσιας διοίκησης στο πλαίσιο μιας νέας συνεργατικής διακυβέρνησης
  • Διασφάλιση της ενδοπεριφερειακής οικονομικής και κοινωνικής συνοχής
  • Προώθηση της διαπεριφερειακής και διεθνούς συνεργασίας

Παρατηρούμε ότι πολλοί από τους παραπάνω στόχους συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την ποιότητα, την πιστοποίηση, την εξωστρέφεια, την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία. Έτσι, λοιπόν, γίνεται σαφές ότι η στήριξη και ανάπτυξη της καινοτομίας αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αναπτυξιακής στρατηγικής της Θεσσαλίας. Μια αντίστοιχη θέση διαμορφώνεται και στα Στρατηγικά Σχέδια ανάπτυξης των μεγάλων πόλεων της Θεσσαλίας[10] [11] .

Σε αυτά τα πλαίσια,  οι Οριζόντιες Δράσεις του Πόλου Καινοτομίας της Θεσσαλίας επιλέγουν να εστιάσουν την προσοχή τους στον γεωργικό τομέα και στην καθετοποίηση των προϊόντων του. Η επιλογή αυτή είναι συμβατή με το παραγωγικό προφίλ της Περιφέρειας, η οποία είναι η δεύτερη, μετά την Κεντρική Μακεδονία,  στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων και επιπλέον συμβάλλει στην ενδοπεριφερειακή σύγκλιση, καθώς επιτρέπει στους νομούς της Δυτικής Θεσσαλίας να ωφεληθούν σημαντικά από την προτεινόμενη στρατηγική.

Η επιλογή κλάδων καθετοποίησης προϊόντων του γεωργικού τομέα ως το πεδίο ανάπτυξης καινοτομικής στρατηγικής δεν θα πρέπει να θεωρηθεί με  κανένα τρόπο ως ‘στρατηγική των φτωχών’ ή στρατηγική χαμηλών προσδοκιών’. Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, το οποίο εκτός από ευκαιρίες περιλαμβάνει και αρκετές απειλές, υπάρχουν σημαντικές προοπτικές για κλάδους καθετοποίησης του πρωτογενή τομέα, όπως για παράδειγμα η διατροφική βιομηχανία και η ενέργεια[12].

Στην διατροφική βιομηχανία τα θέματα τα οποία θα απασχολούν περισσότερο και θα έχουν κεντρικό ρόλο στις επιλογές των καταναλωτών θα σχετίζονται με την ασφάλεια των τροφίμων, την ποιότητα, την θρεπτική τους αξία, την προέλευση, τα συστατικά, τις ιδιότητες, κλπ. Σημαντικό ρόλο θα παίζουν επίσης τα νέα δεδομένα της αγοράς, όπως οι καταναλωτικές τάσεις και τα διαμορφούμενα πρότυπα, οι μεταβαλλόμενες δημογραφικές και κοινωνικές δομές, οι νέες αγορές στην Ανατολή, κλπ.

Στην αγορά ενέργειας, η δραματική αύξηση της ζήτησης των ανερχόμενων οικονομιών της Ανατολής (Κίνα και Ινδία, οι οποίες πληθυσμιακά αποτελούν το 1/3 του πλανήτη) και τα προβλήματα και οι περιορισμοί στην παραγωγή πετρελαίου δημιουργούν ένα περιβάλλον αναζήτησης όλων των δυνατών εναλλακτικών μορφών  παραγωγής ενέργειας. Μια τέτοια δυνατότητα είναι η παραγωγή ενέργειας από ενεργειακά φυτά.

Τόσο ο τομέας των τροφίμων, όσο και ο τομέας των ενεργειακών φυτών προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης καινοτομικών δράσεων από τις οποίες θα ωφεληθεί το παραγωγικό δυναμικό της Θεσσαλίας.

Παρέχουν επίσης σημαντικές διασυνδέσεις με τους υπόλοιπους κλάδους της τοπικής και συνεπώς η ανάπτυξή τους αναμένεται να έχει ικανοποιητικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε κλάδους που προηγούνται ή έπονται στην παραγωγική αλυσίδα (forewords, backwards, linkages). 

Αντίστοιχες διασυνδέσεις με την τοπική παραγωγική βάση διαθέτει και η κλωστοϋφαντουργία. Ο κλάδος αυτός έχει σημαντική παρουσία στην τοπική οικονομία και ισχυρές διασυνδέσεις με την γεωργία. Βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε φθίνουσα πορεία, αντιμετωπίζει αξύ ανταγωνισμό από τις ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας και παρουσιάζει έντονα μεταναστευτικά φαινόμενα επιχειρήσεων στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες. Με δεδομένο ότι ο κλάδος αυτός έχει χάσει προ πολλού τα κοστολογικά πλεονεκτήματά του στη διεθνή αγορά, η μόνη δυνατότητα επιβίωσης του είναι να στραφεί σε υπο-κλάδους (όπως το ένδυμα) στους οποίους υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης καινοτομικών δραστηριοτήτων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Πόλος Καινοτομίας Θεσσαλίας εστιάζεται σε τρεις θεματικές ενότητες που σαν κοινό χαρακτηριστικό έχουν την σύνδεσή τους με την πρωτογενή αγροτική παραγωγή. Συγκεκριμένα οι κοινοπραξίες έρευνας που εντάσσονται στον ΠΠΚΘ ανήκουν στις θεματικές ενότητες

α) κλωστοϋφαντουργία

β) μεταποίηση τροφίμων

γ) βιοκαύσιμα.

Για κάθε θεματική ενότητα δημιουργείται μία τεχνολογική πλατφόρμα, ενώ το σύνολο πλαισιώνεται από τις οριζόντιες δράσεις που σα στόχο έχουν την συνένωση των προσπαθειών σε ένα κοινό στόχο και την εξασφάλιση της συνέχισης συνεργειών σε επίπεδο φορέων της περιφέρειας και μετά το πέρας του έργου.

Οι οριζόντιες δράσεις περιλαμβάνουν τις εξής Δραστηριότητες:

  1. Μελέτη στρατηγικού σχεδιασμού και βιωσιμότητας του Περιφερειακού Πόλου Καινοτομίας Θεσσαλίας
  2. Δράσεις Προβολής και δικτύωσης του Πόλου
  3. Δημιουργία Παρατηρητηρίου Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας Περιφέρειας Θεσσαλίας.


[1] Μια επισκόπηση της συζήτησης για τις περιφερειακές ανισότητες στην Ελλάδα, τους παράγοντες που τις προσδιορίζουν και μια νέα μέθοδος υπολογισμού παρουσιάζεται στα: (α) Πετράκος Γ. και Ψυχάρης Γ. (2004) Περιφερειακή Ανάπτυξη στην Ελλάδα, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, (β) Πετράκος Γ. και Πολύζος Σ. (2005), Οι Περιφερειακές Ανισότητες στην Ελλάδα: Επισκόπηση Θεωριών και Υπολογισμός Ανισοτήτων στο Χλέτσος Μ., Κόλλιας Χ. και Ναξάκης Χ. (επιμ.): Μελέτες στην Ελληνική Οικονομία, Αθήνα: Πατάκης, σελ. 185-214., (γ)  Petrakos  G. andY .  Saratsis(2000) "RegionalInequalities inGreece ", Papersin RegionalScience , 79: 57-74.

[2] Ο επιστημονικός διάλογος για τις περιφερειακές ανισότητες στην ΕΕ είναι εκτεταμένος και  περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών. Ενδεικτικά: (α) Petrakos G., Rodriguez-Pose A., Rovolis A. (2005) ‘Growth, Integration and Regional Inequalities in Europe’, Environment and Planning A, 37: 1837-1855, (β)  Petrakos G. and Artelaris P. (2006), Regional convergence in the EU revisited: A WLS Approach, submitted to Papers in Regional Science, (γ)  Petrakos G., Rodriguez-Pose A. and Anagnostou A. (2004) ‘Regional inequalities in the European Union’, in Bradley J., Petrakos G. and Traistaru J. (eds.) Integration, Growth and Cohesion in an Enlarged European Union, New York: Springer, pp. 29-43, (δ) Bradley J., Petrakos G. and Traistaru I. (2004) ‘Integration, Growth and Cohesion in an Enlarged European Union: An Overview, in Bradley J., Petrakos G. and Traistaru J. (eds.) Integration, Growth and Cohesion in an Enlarged European Union, New York: Springer, pp. 1-25.

[3] Εκτός από τα επίσημα κείμενα αξιολόγησης (ex- ante, ενδιάμεση, ex- post) των επιμέρους πολιτικών και Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, υπάρχουν και επιστημονικές εργασίες που επιχειρούν μια αποτίμηση των πολιτικών, όπως: (α) Παπαδούλης Α., Πετράκος Γ. και Ψυχάρης Γ. (2004) ‘Πολιτικές Επενδυτικών κινήτρων και περιφερειακή ανάπτυξη: επισκόπηση και πρώτη αξιολόγηση’, Επιθεώρηση Οικονομικών Επιστημών, 5: 5-40. (β)  Πετράκος Γ. (2005) ‘Περιφερειακές Ανισότητες και Περιφερειακή Πολιτική στην Ελλάδα’ στο Κοκκώσης Χ. και Ψυχάρης Γ. (επιμ.), Περιφερειακή Ανάπτυξη στην Ελλάδα: Τάσεις και Προοπτικές, Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, σελ. 207-230. (γ ) Krieger-Boden C., Morgenroth E. and Petrakos G. (2006) (eds.) The Impact of European Integration on Regional Structural Change and Cohesion, London: Routledge, forthcoming.

[4] Petrakos G., Fotopoulos G. and Kallioras D. (2006), Peripherality and Integration: Industrial Growth and Decline in the Greek Regions, submitted to Regional Studies.

[5] Η Πρώτη και Δεύτερη Εγκύκλιος του ΥΠΟΙΟ, το κείμενο με τις Κατευθύνσεις Εθνικής Στρατηγικής Ανάπτυξης 2007-2013 και τα Προγραμματικά κείμενα των Υπουργείων και των Περιφερειών.

[6] Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (2006) ‘Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης Περιφέρειας Θεσσαλίας’, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ανάθεση: Περιφέρεια Θεσσαλίας, Επιστημονικός Υπεύθυνος: Α. Κότιος.

[7] Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (2006) ‘Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης του Νομού Μαγνησίας’, Ανάθεση: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μαγνησίας, Επιστημονικός Υπεύθυνος: Γ. Πετράκος.

[8] Πετράκος Γ. και Οικονόμου Δ. (2005) ‘Αναπτυξιακές Προτάσεις για το Νομό Καρδίτσας’, Ανάθεση: Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Θεσσαλίας.

[9] Περιφέρεια Θεσσαλίας (2006) Αποτελέσματα Εργαστηρίων Συνεργασίας, Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης ΠΕΠ Θεσσαλίας, Περιφερειακή Επιτροπή Κατάρτισης Δ’ ΚΠΣ.

 

[10] Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (2002) ‘Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης της Λάρισας’, Ανάθεση: Δήμος Λάρισας, Επιστημονικός Υπεύθυνος: Γ. Πετράκος. 

[11] Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Πετράκος Γ. (2006) ‘Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης του Βόλου’  Ανάθεση:  ΔΗΤΕΒ, Επιστημονικός Υπεύθυνος: Γ. Πετράκος.

[12] Ioannidis Υ and G. Petrakos (2000) ‘Regional convergence – divergence trends in Greece: An assessment on the basis of the performance of Thessaly, Peloponnese and CreteEuropean Investment Bank Papers, 5(1):31-58.

 

Ενέργειες Εγγράφων